Μετά την αποτυχία της δολοφονικής απόπειρας εναντίον του Τρότσκι στις 24 Μάη του '40, κατάφερε τελικά ο Στάλιν να εξολοθρέυσει το μεγάλο του αντίπαλο με τρόπο που αρμόζει σε έναν "επαναστάτη" του μεγέθους του: με πισώπλατο χτύπημα!
Να πως περιγράφει τη δολοφονία του Τρότσκι ο εγγονός του, Esteban Volkov-Bronstein:
Στις 20 Αυγούστου 1940 επέστρεφα σπίτι από το σχολείο περπατώντας κατά μήκος της οδού Βιέννης, στο τέρμα της οποίας βρισκόταν το σπίτι και στο μυαλό μου επικρατούσαν ευχάριστα συναισθήματα. Ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε : ένα αυτοκίνητο παρκαρισμένο αντικανονικά έκλεινε το χωμάτινο δρόμο και πολλοί αστυνομικοί με γαλάζιες στολές και στρατιωτικούς σκούφους έκλειναν την είσοδο του σπιτιού. Τέτοια φασαρία ήταν εντελώς ασυνήθιστη. Ένιωσα ένα κάψιμο αγωνίας στο στήθος, ένα προαίσθημα ότι κάτι άσχημο είχε συμβεί και ότι αυτή τη φορά δεν επρόκειτο να είμαστε τόσο τυχεροί.
Ενστικτωδώς, επιτάχυνα το βήμα μου, ανεβαίνοντας γρήγορα τα σκαλοπάτια και από την πόρτα που ήταν ανοικτή, πέρασα γρήγορα στον κήπο και έπεσα απάνω σ' ένα Αμερικάνο σύντροφο, το Χάρολντ Ρόμπινς, έναν από τους γραμματείς του παππού μου. Ήταν πολύ ταραγμένος, μ' ένα περίστροφο στο χέρι του και το μόνο που μπόρεσε να μου φωνάξει με απελπισμένη φωνή ήταν "Ο Τζάκσον"! "Ο Τζάκσον"!
Εκείνη τη στιγμή δε μπόρεσα να καταλάβω το νόημα αυτής της κραυγής. Τι σχέση μπορεί να είχε ο στενός φίλος της Αμερικανίδας Τροτσκίστριας Σύλβιας Αγγέλωφ και οι φρουροί με οτιδήποτε είχε συμβεί; Όταν μπήκα στη βιβλιοθήκη και κοίταξα από τη μισάνοιχτη πόρτα της τραπεζαρίας, αμέσως κατάλαβα το μέγεθος της τραγωδίας. Ο παππούς μου ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα μ' ένα τραύμα στο κεφάλι, κολυμπώντας σε μια λίμνη αίματος, με τη Ναταλία και μια ομάδα συντρόφων να στέκονται γύρω του βάζοντας πάγο στην πληγή, προσπαθώντας να σταματήσουν την αιμορραγία.

Ο Τζάκσον, ο γενναιόδωρος και περιποιητικός σύζυγος της συντρόφισσας Σύλβια Αγγέλωφ, ο άνθρωπος που έδειχνε μια απόλυτη αδιαφορία για την πολιτική, ο οποίος παρίστανε ότι είχε μια πλούσια Βελγίδα μητέρα και ένα αφεντικό κάπου στην Ευρώπη που πλήρωνε παχυλές προμήθειες για τις εμπορικές του συμφωνίες, ήταν ένας ελεεινός πράκτορας της GPU, που τρύπωσε σαν σκουλήκι στη ζωή του επαναστάτη ηγέτη. Ανήκε σ' εκείνο το στρατό των δολοφόνων και βασανιστών που ασκούσαν την εξουσία του τρόμου επάνω στο Ρώσικο λαό. Αυτοί αποτελούσαν τις τρομακτικές ορδές της αντεπανάστασης, τον κεντρικό στυλοβάτη της δικτατορίας του Στάλιν και της γραφειοκρατίας του. Αυτοί ήταν η «ελίτ της ελίτ» και οι χαϊδεμένοι ευνοούμενοι του δικτάτορα.
"Η μάνα μου είναι στα χέρια τους. Με ανάγκασαν να το κάνω" κλαψούρισε ο Τζάκσον, όταν οι σωματοφύλακες ειδοποιημένοι από τις δυνατές κραυγές του "γέρου" όρμησαν στον τόπο του εγκλήματος και με χτυπήματα εξουδετέρωσαν το δολοφόνο. "Ο Τζάκσον" είπε ο Λεβ Νταβίντοβιτς όταν κρατήθηκε στη πόρτα του γραφείου του πλημμυρισμένος στο αίμα, δείχνοντας τον εισβολέα στη Ναταλία, η οποία είχε έρθει τρέχοντας. Ήταν σαν να προσπαθούσε να πει: Να η επίθεση του Στάλιν που περιμέναμε… Με επίμονες χειρονομίες προσπάθησε να πει "Μην τον σκοτώσετε - πρέπει να μιλήσει".
Τώρα πια δεν υπάρχει κανένα μυστικό. Ο Στάλιν, ο Μπέρια, ο Λεονίντ Εϊτινγκον, η ερωμένη του Καριντάντ Μερκαντέρ και ο γιος της, ο Καταλανός Ραμόν Μερκαντέρ (βλέπε «Τζάκσον») ήταν οι άνθρωποι που δολοφόνησαν το σύντροφο και δεξί χέρι του Λένιν, σε όλη την περίοδο της Επανάστασης και του Πολέμου.
"Μας έχει δοθεί ακόμα μια μέρα ζωής, Νατάσσα" συνήθιζε να αναφωνεί κάθε πρωί ο Λεβ Νταβίντοβιτς με χαρούμενη διάθεση στην αχώριστη σύντροφο του Ναταλία Σέντοβα, καθώς το φως της ημέρας έπεφτε στο υπνοδωμάτιο τους, στο ίδιο μέρος όπου σαν από θαύμα είχαν γλιτώσει τη νύκτα της 24ης Μαΐου. Αλλά η ανακωχή ήταν πολύ σύντομη. (
www.marxismos.com)
Κι ένα κείμενο του Βίκτορ Σερζ γραμμένο δύο χρόνια μετά τη δολοφονία του Τρότσκι:
Ο ΓΕΡΟΣ
Στη μνήμη του Λέοντος Νταβίντοβιτς Τρότσκι
Ούτε σαράντα πέντε χρονών δεν ήταν και ήδη τον φωνάζαμε «Γέρο», όπως παλιότερα τον Λένιν στην ίδια ηλικία. Θέλαμε να δείξουμε, όπως το εννοεί ο ρωσικός λαός, πως ήταν ο «μεγαλύτερος» στο πνεύμα, αυτός που αξίζει πραγματικά να τον εμπιστεύεσαι. Η εντύπωση που έδινε όλη του τη ζωή σ’ εκείνους που τον πλησίασαν αληθινά ήταν αυτή: ενός άνθρωπου του οποίου η σκέψη, η δράση, η «προσωπική» ζωή σχημάτιζαν έναν αρραγή όγκο, ενός ανθρώπου που τραβούσε τον δρόμο του μέχρι τέλους, χωρίς λιγοψυχίες˙ ενός ανθρώπου στον οποίο μπορούσες σε κάθε περίπτωση να βασίζεσαι απόλυτα. Δεν θ' άλλαζε γνώμη μπροστά στην ανάγκη, δεν θα λύγιζε στην ήττα, δεν θα έκανε πίσω ούτε μπροστά στην ευθύνη ούτε μπροστά στον κίνδυνο, δεν θα τα έχανε μέσα στην αναταραχή. Φτιαγμένος για να ελέγχει τις καταστάσεις, σίγουρος για τον εαυτό του, νιώθοντας μέσα του τόσο μεγάλη υπερηφάνεια, ώστε στους άλλους να βγαίνει απλός και πραγματικά σεμνός. Την υπερηφάνεια να είσαι ένα φωτεινό όργανο της ιστορίας. Στη φυλακή, στην εξορία, σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στην ξενιτιά, σ' ένα πεδίο μάχης, στην κορυφή της εξουσίας -και μάλιστα με απόλυτη ανιδιοτέλεια- να μην είσαι τίποτα άλλο, παρά μόνο κάποιος που κάνει το σωστό για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Έχοντας ήδη από νωρίς αποδείξει στον εαυτό του ότι μπορούσε (έγινε πρόεδρος του πρώτου Σοβιέτ της Πετρούπολης το 1905, στα είκοσι οχτώ του χρονιά), δεν είχε πια λόγο ν' αμφιβάλλει για τον εαυτό του κι αυτό τον έκανε να βλέπει τη φήμη, τα κυβερνητικά πόστα, τη μεγαλύτερη εξουσία επαγγελματικά, δίχως να τα περιφρονεί ούτε όμως και να προσκολλάται αυτά. Ήξερε να γίνεται σκληρός, ακόμα κι ανελέητος, με μια ψυχή χειρουργού που κάνει μια σοβαρή εγχείριση. Αφού έφτασε να γράψει, στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου και της τρομοκρατίας, μια φράση σαν κι αυτή: «Τίποτα πιο ανθρώπινο στις επαναστάσεις από τη μέγιστη προσπάθεια». Αν έπρεπε να τον ορίσω με μία και μόνη λέξη, θα έλεγα: ένας υπηρέτης. Στραμμένος στην έρευνα, στον στοχασμό, με μεγάλο λυρικό σεβασμό για τη ζωή˙ σαν τους ποιητές. Δραπετεύοντας από τις ερημιές της Σιβηρίας, θαύμαζε τα χιόνια˙ σε πλήρη ανταρσία˙ μετρούσε τον ρόλο της δημιουργικής φαντασίας μέσα σε τόσο μόχθο˙ τριγυρισμένος από δολοφόνους, μέσα στη μοναξιά του στο Κογιοκάν, αγαπούσε την εκπληκτική βλάστηση του Μεξικού, εκείνων των κάκτων που αποκαλύπτουν στον Ευρωπαίο μια συγκλονιστική μορφή ζωτικής ενέργειας˙ βουτηγμένος στην τρέλα του ψέματος, στη διάρκεια των συνεδριάσεων της Επιτροπής Ντιούι για τις δίκες της Μόσχας, σκιαγραφούσε την υπόθεση της γέννησης μιας νέας θρησκείας, την επομένη των μελλοντικών επαναστάσεων, όταν η ανθρωπότητα θα έχει κουραστεί από τους αγώνες που θα της έχουν ανοίξει τον δρόμο για ένα νέο μέλλον. Άθρησκος, αλλά σίγουρος για την αξία της ζωής, για το μεγαλείο των ανθρώπων, για το καθήκον να υπηρετείς. Ακόμα πιο ανίκανος ν' αμφισβητήσει από το να πιστέψει τις παλιές δοξασίες που τόσο φτωχό φάρμακο αποτελούν για την αμφιβολία. Η βεβαιότητα ότι κατείχε την αλήθεια τον έκανε ανένδοτο προς το τέλος και του στέρησε το επιστημονικό πνεύμα. Αυταρχικός, γιατί την εποχή μας των βάρβαρων αγώνων, η σκέψη που γίνεται πράξη γίνεται αυταρχική. Έχοντας τη δύναμη στα χέρια του, στα 1924-25, αρνήθηκε ν' αναλάβει την εξουσία, γιατί πίστευε πως, ένα σοσιαλιστικό καθεστώς μόνο με προνουντσιαμέντα, μόνο με πραξικοπήματα μπορεί να προχωρήσει για να μη φτάσει σε αδιέξοδο (και αναμφίβολα, στο βάθος, γιατί πίστευε πως, αν η ιστορία επιβάλλει ποταπά έργα, καλύτερα ν' αφήνεις να τα διεκπεραιώνουν άλλοι, που είναι γεννημένοι γι' αυτά, και να κρατάς για τον εαυτό σου την υπεράσπιση ενός πιο μακρινού μέλλοντος).
Ποτέ δεν τον βρήκα πιο σπουδαίο και ποτέ δεν τον αγάπησα περισσότερο από τις πολλές εκείνες φορές που τον είδα μέσα στα φτωχικά εργατικά δωματιάκια του Λένινγκραντ και της Μόσχας, αφότου είχε γίνει ένας από τους δύο αδιαμφισβήτητους ηγέτες της νικηφόρας επανάστασης, να μιλάει ώρες ολόκληρες για να πείσει κάποιους ανθρώπους της φάμπρικας και του δρόμου. Αν και μέλος ακόμα του Πολιτικού Γραφείου, σε λίγο θα έχανε τη δύναμη και πιθανότατα και τη ζωή του. (Το ξέραμε όλοι, όπως κι εκείνος˙ άλλωστε μου μίλησε γι' αυτό.) Επέμενε πως είχε έρθει η στιγμή να κατακτηθούν μία μία οι συνειδήσεις των προλετάριων -όπως πρώτα, μέσα στην παρανομία του παλιού καθεστώτος- για να σωθεί ή να δημιουργηθεί μια επαναστατική δημοκρατία. Τριάντα σαράντα ανθρωπάκια τον άκουγαν, μια εργάτρια καθισμένη κατάχαμα τον ρωτούσε και ζύγιαζε τις απαντήσεις του... (1927). Ξέραμε πως είχαμε πιο πολλές πιθανότητες να νικηθούμε παρά να νικήσουμε- ακόμα κι αυτό, όμως, θα ήταν χρήσιμο. Χωρίς τη γενναία ήττα μας, η επανάσταση θα ήταν εκατό φορές πιο ηττημένη.
Ο Τρότσκι δεν ήταν εξαιρετική προσωπικότητα για τον εαυτό του μόνο. Ήταν εξαιρετική προσωπικότητα για όλους γύρω του. Όλα τα στοιχεία του χαρακτήρα του, του πνεύματος του, του οράματος του για τη ζωή ανήκαν για περισσότερο από μισό αιώνα στους κύκλους της ρωσικής επαναστατικής ιντελιγκέντσιας. Δεκάδες χιλιάδες αγωνιστές τα απέκτησαν, τα είχαν μαζί μ' εκείνον (και από αυτό το πλήθος δεν αποκλείω και πολλούς από τους αντιπάλους του). Όπως ο Λένιν και κάποιοι άνθρωποι που η τύχη της μάχης το έφερε να γίνουν λιγότερο ξακουστοί ή να μείνουν στο σκοτάδι, έτσι κι εκείνος έφερε αυτό τον χαρακτήρα πολλών γενεών σε πολύ υψηλό βαθμό ατομικής τελείωσης. Αυτές οι γενιές τον είχαν οδηγήσει, τον είχαν διαμορφώσει, ζούσαν μέσα του, και η δική του, προϊόν των ίδιων ιστορικών συνθηκών, ήταν στο σύνολο της απαράλλαχτη μ' εκείνον, μολονότι ο καθένας χωριστά, γύρω του, δίπλα του, υπήρξε κατά κάποιον τρόπο κατώτερος του. Έρχονται στο νου μου τόσα ονόματα, τόσα πρόσωπα, τώρα που γράφω αυτές τις αράδες, που βλέπω εδώ μιαν ολοφάνερη αλήθεια. Αυτή τη γενιά χρειάστηκε να την καταστρέψουν ολοκληρωτικά για να χαμηλώσουν το επίπεδο της εποχής μας. Η γενιά αυτή ήταν προάγγελος του αυριανού ανθρώπου˙ ξεχώρισε, επομένως, από τους πολλούς, μόλις οι πολλοί ζήτησαν να ξεκουραστούν.
Το τέλος της ζωής του υπήρξε δράμα μοναξιάς. Πηγαινοερχόταν συχνά, μόνος, μέσα στο γραφείο του στο Κογιοκάν, μιλώντας στον εαυτό του. (Όπως ο Τσερνισέφσκι, ο πρώτος μεγάλος στοχαστής της ρωσικής επαναστατικής ιντελιγκέντσιας που, όταν τον έφεραν πίσω από τη Γιακουτία όπου είχε περάσει είκοσι χρόνια αιχμάλωτος, «μιλούσε στον εαυτό του κοιτάζοντας τ' αστέρια» -το έγραψαν οι χωροφύλακες στις αναφορές τους.) Ένας Περουβιανός ποιητής τού έφερε ένα ποίημα με τίτλο Solitude des Solitudes (Υπέρτατη μοναξιά) και ο Γέρος έβαλε να του το μεταφράσουν λέξη λέξη, εντυπωσιασμένος από αυτό τον τίτλο˙ του Γέρου τού φάνηκε πολύ ωραίος... Έτσι μόνος συνέχιζε να συζητάει με τον τουφεκισμένο Κάμενεφ: τον άκουγες πολλές φορές να προφέρει αυτό το όνομα. Μολονότι βρισκόταν στο ζενίθ του πνευματικού του σφρίγους, τα τελευταία του κείμενα απέχουν πολύ σε αξία από τα αλλοτινά του έργα. Ξεχνάμε πολύ συχνά πως η ευφυΐα δεν είναι ατομικό χάρισμα. Τι θα ήταν ο Μπετόβεν εξόριστος ανάμεσα σε κουφούς; Η ευφυΐα ενός ανθρώπου, έστω κι αν πρόκειται για διάνοια, έχει ανάγκη ν' αναπνέει. Το διανοητικό μεγαλείο του Γέρου λειτουργούσε σε συνάρτηση με εκείνο της γενιάς του. Του χρειαζόταν η άμεση επαφή με ανθρώπους της ίδιας πνευματικής πάστας, ικανούς να τον καταλάβουν πριν τελειώσει τη φράση του, να του φέρουν αντιρρήσεις ίδιου επιπέδου με το δικό του. Του χρειαζόταν ο Μπουχάριν, ο Πιατάκοφ, ο Πρεομπραζένσκι, ο Ρακόφσκι, ο Ιβάν Σμιρνόφ, του χρειαζόταν ο Λένιν για να είναι απόλυτα ο εαυτός του. Ήδη ανάμεσα σε μας, τους πιο νέους, και παρ' ότι ανάμεσα μας υπήρχαν μυαλά και χαρακτήρες όπως του Γιέλτσιν, του Σόλντσεφ, του Γιακόβιν, του Ντίνγκελστεντ, του Πανκράτοφ (άραγε να ζουν; να πέθαναν;), δεν μπορούσε πια να είναι πλήρης: μας έλειπαν δέκα μοναδικά χρόνια εμπειρίας και στοχασμού. Κάποιες από τις πιο γόνιμες ιδέες του τις εξέφρασε μόνο σε γράμματα διαλόγου, δηλαδή, σχεδόν καθετί που αφορά τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης.
Τον σκότωσαν ακριβώς τη στιγμή που ο σύγχρονος κόσμος έμπαινε από τους παράφρονες δρόμους του πολέμου σε μια καινούρια φάση της διαρκούς επανάστασης του. Τον σκότωσαν ακριβώς γι' αυτό τον λόγο, γιατί μπορούσε να ξαναγίνει στ' αλήθεια πολύ σπουδαίος αν ξανάβρισκε μια μέρα τη γη και τους ανθρώπους της Ρωσίας, τους οποίους ένιωθε σε εξαιρετικό βαθμό. Είχαν αγωνιστεί λυσσαλέα, πριν, για να σκοτώσουν τον μύθο του, έναν μύθο επικών διαστάσεων, θεμελιωμένο ολοκληρωτικά στην αλήθεια. Η λογική του πάθους του και των λαθών που έκανε ακριβώς εξαιτίας αυτού του πάθους τον σκότωσε κι αυτή: για να κατακτήσει και να προσπαθήσει για άλλη μια φορά να διαμορφώσει τη συνείδηση κάποιου άγνωστου, ασήμαντου ανθρωπάκου, που δεν υπήρχε, που δεν ήταν άλλο από απάτη και δολιότητα, τον άφησε να μπει στην κάμαρα της μοναξιάς του, κι αυτός ο κάποιος, εκτελώντας διαταγή, τον χτύπησε πισώπλατα την ώρα που ήταν σκυμμένος πάνω σ' ένα τιποτένιο χειρόγραφο. Η σκαπάνη άνοιξε στο κρανίο του ένα τραύμα εφτά εκατοστά βαθύ.
Βίκτωρ Σερζ Μεξικό, Ιη Αυγούστου 1942

"Όμως, όποιες κι αν μπορεί να είναι οι περιστάσεις του θανάτου μου, θα πεθάνω με την ακλόνητη πίστη στο κομμουνιστικό μέλλον. Αυτή η πίστη στον άνθρωπό και στο μέλλον του μου δίνει, ακόμα και τώρα, τέτοια δύναμη αντίστασης που καμιά θρησκεία δε μπορεί να δώσει"
Λέων Τρότσκι, "Διαθήκη"